Η ιστορία

Από τα αρχαία ευρήματα και την εποχή του μεταξιού ως τη μετανάστευση και την ερήμωση του χωριού.

Ο τόπος

Η Περίστα, κρυμμένη στη βορειοδυτική γωνιά της κακοτράχαλης Ναυπακτίας, εκεί που σμίγουν τα σύνορα με την Ευρυτανία και την Τριχωνίδα, ορθώνεται σκαρφαλωμένη στις απότομες πλαγιές του Ξεροβουνιού, σε κλίσεις που φτάνουν τις 30 έως 40 μοίρες. Τα διακόσια περίπου άσπρα σπιτάκια της, χτισμένα το ένα πάνω στο άλλο σαν αητοφωλιά, αγναντεύουν από ψηλά τα γύρω χωριά, όπως τον Πέρκο, την Κόνισκα, την Κόκκινη, τον Πλάτανο, τη Δορβιτσιά και την Πωκίστα. Αν και η επικοινωνία μεταξύ τους ήταν πάντα δύσκολη λόγω του χάους των χαραδρών του Λιδωρά, της Τσόκας, της Μεγάλης Σάρας, καθώς και των άγριων νερών του Κάκκαβου και του Εύηνου (Φείδαρι), οι χωρικοί παρακολουθούσαν την κίνηση, τις φωνές και τα γλέντια των γειτόνων τους από τη μια πλαγιά στην άλλη. Το τοπίο, γεμάτο αριές, γαύρους, κέδρα, έλατα και αλπικές κορυφές, αποπνέει μια αρχέγονη, αρρενωπή ομορφιά που σφυρηλάτησε τον ιδιότυπο χαρακτήρα και τη λεβεντιά των κατοίκων της.

Τηλεκάρτα με εικόνα της Περίστας
Τηλεκάρτα με θέα της Περίστας.
Πίσω όψη της τηλεκάρταςψ με εικόνα της πηγής του Αγ Αθανασίου
Πίσω όψη της τηλεκάρτας με εικόνα της πηγής του Αγ Αθανασίου

Από την αρχαιότητα στην Επανάσταση

Η ιστορία του τόπου χάνεται στα βάθη των αιώνων, όπως μαρτυρούν τα άφωνα αλλά εύγλωττα ευρήματα. Τα ερυθρόμορφα γεωμετρικά αγγεία, τα χάλκινα όπλα και σκεύη που ανασκάφηκαν στα Προσήλια, τα μεγάλα πειθάρια στα Λαϊνάκια, ο βυζαντινός πύργος πάνω από τον Άη-Λιά που ήλεγχε το πέρασμα για πέντε χιλιόμετρα, καθώς και τα ίχνη παλαιών οικοδομών στους Λάκκους, διηγούνται διαδοχικές περιόδους ακμής. Στις αρχές του 18ου αιώνα, το χωριό βρισκόταν χαμηλότερα από τη σημερινή του θέση, αριθμώντας δεκαεπτά μεγάλες οικογένειες, επτά ιερείς και τρεις εκκλησίες. Πολιούχος του ήταν οι Άγιοι Απόστολοι, ένας βυζαντινός ναός που χάθηκε οριστικά κατά τη μεγάλη καθίζηση του 1917. Κατά την προεπαναστατική περίοδο, δεσπόζουσα μορφή υπήρξε ο Πρωτόπαπας και Πατριαρχικός Έξαρχος Παπαϊνάκης-Οικονόμος (1745-1830), ο οποίος διέθετε το μοναδικό αρχοντικό με «οντά» στην ορεινή Ναυπακτία, καθιστώντας την αυλή του κέντρο κρυφών συσκέψεων για τους απεσταλμένους της Εκκλησίας και των καπεταναίων.

Η εποχή του μεταξιού

Μετά την Επανάσταση του 1821, η Περίστα ανασυντάχθηκε και γνώρισε μια μακρά περίοδο ευημερίας. Οι κάτοικοι καλλιεργούσαν με μόχθο όλες τις γύρω πλαγιές διαμορφώνοντας πεζούλες και αναχωματιές, παράγοντας σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι, όσπρια και οπωροκηπευτικά. Παράλληλα, διέθεταν πλούσια κοπάδια αιγοπροβάτων και βοοειδών, ενώ εξήγαγαν στα γύρω χωριά κρασί, τυροκομικά, δέρματα και ξυλοτεχνικά εργαλεία. Η κυριότερη όμως πηγή πλούτου προερχόταν από την σηροτροφία. Η παραγωγή και πώληση του μεταξοσκώληκα (κουκούλι) στους εμπόρους της Αθήνας και της Πάτρας απέφερε τόσα εισοδήματα ώστε το χωριό να αποκτήσει επιβλητικά δίπατα σπίτια, περικαλλή σχολείο και εκκλησία, πέτρινες βρύσες και λιθόστρωτα σοκάκια. Αυτή η αντίθεση ανάμεσα στο άγονο βουνό και την οικονομική άνεση ώθησε δημοσιογράφο της εφημερίδας «Ακρόπολις» το 1957 να χαρακτηρίσει την Περίστα ως «το φτωχότερο χωριό της Ελλάδος με τους πλουσιότερους κατοίκους».

Η κατολίσθηση

Η αρχή της καταστροφής ήρθε από μια κατακλυσμική κατολίσθηση πριν από περίπου 150 χρόνια, όταν ένα ολόκληρο τμήμα της πλαγιάς του Ξεροβουνιού σύρθηκε για 500 μέτρα, φράζοντας την κοίτη του Κάκκαβου. Η θεομηνία αυτή ανακάτεψε απελπιστικά τις ιδιοκτησίες προκαλώντας ακόμη και οικογενειακές βεντέτες και αφορισμούς— αλλά το κυριότερο ήταν ότι εξαφάνισε τη μεγάλη νερομάνα που τροφοδοτούσε το χωριό. Χωρίς νερό, οι μουριές ξεράθηκαν, η παραγωγή μεταξιού κατέρρευσε, τα ζώα πέθαιναν και η φτώχεια εγκαταστάθηκε στον τόπο.

Η μετανάστευση

Μπροστά στην αφορία της γης, οι Περιστιάνοι αναζήτησαν την επιβίωση στη μετανάστευση. Αρχικά σχημάτισαν καραβάνια και ταξίδεψαν πεζοί για έξι μήνες προς τη Ρουμανία (Βλαχιά). Στη συνέχεια, λίγο πριν το 1900, άνοιξε ο δρόμος για τη Βόρειο Αμερική. Μέσα σε 15 χρόνια, η έξοδος προς τις ΗΠΑ πήρε διαστάσεις βιβλικής καταστροφής, καθώς παιδιά δώδεκα ετών και μεσήλικες άφηναν τα πάντα για το άγνωστο. Παρά τις δυσκολίες, οι περισσότεροι πρόκοψαν και έστειλαν πίσω δολάρια, με τα οποία βελτιώθηκε το βιοτικό επίπεδο των εναπομεινάντων, κατασκευάστηκαν κοινωφελή έργα —όπως ο αμαξωτός δρόμος Γκιώνας-Ζυγού το 1909— αλλά η ύπαιθρος, η κτηνοτροφία και η οικοτεχνία ρήμαξαν.

Ο Παπανικόλας και ο καλόγερος Δανιήλ

Στο απομονωμένο χωριό ξεχώρισαν δύο ηγετικές μορφές που παρέμειναν εκεί. Ο Παπανικόλας, που για μια τριακονταετία πρόσφερε τις υπηρεσίες του ως ιερέας, πολιτικός αρχηγός, πρακτικός γιατρός, κτηνίατρος, μηχανικός και γεωπόνος, και ο καλόγερος Δανιήλ (Δημήτριος Θανασούλης). Ο Δανιήλ, ένας στοχαστικός ασκητής, αφιέρωσε μισό αιώνα προσφοράς δενδροφυτεύοντας, ανακαινίζοντας τα ξωκλήσια του Άη-Λιά και της Αγίας Σωτήρας στο Ζυγό, ανοίγοντας πηγές και χτίζοντας χάνι για τους διαβάτες, μέχρι που έχασε τη ζωή του από όλμο το 1948 κατά τις τελευταίες μάχες του Εμφυλίου.

Ο μοναχός Δανιήλ
Ο μοναχός Δανιήλ
Προφ. Ηλίας
Προφ. Ηλίας
Εξωκλήσι της Αγίας Σωτήρας
Εξωκλήσι της Αγίας Σωτήρας

Τα νεότερα χρόνια

Στα νεότερα χρόνια συντελέστηκε η δεύτερη και ολοκληρωτική φάση της ερήμωσης, καθώς έφυγαν πλέον ολόκληρες οικογένειες προς τα αστικά κέντρα (Αθήνα, Πάτρα, Αγρίνιο, Θέρμο) αλλά και το εξωτερικό (ΗΠΑ, Καναδά, Αυστραλία). Σήμερα, η Περίστα στέκει σιωπηλή με τα διακόσια καλοχτισμένα, ψηλά σαν κάστρα σπίτια της μανταλωμένα να φθείρονται από τους χειμώνες. Ελάχιστες γερόντισσες απομένουν ως θεματοφύλακες του προγονικού εδάφους, ενώ πάνω από την έρημη πλατεία δεσπόζει το ιστορικό ναΐδριο του Άη-Θανάση με τις βυζαντινές εικόνες και το περίφημο ξυλόγλυπτο τέμπλο του 18ου αιώνα.

Εγκαταλελημένο σπίτι
Δυστυχώς υπάρχουν και αυτά...